Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Ο πάλαι «Γέρανος» της Δήλου και νυν «Αγέρανος» της Πάρου…


Γράφει η Μαρία Ξεφτέρη,
του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής Αθηνών

   
Δώρο των Μουσών και των θεών, του Απόλλωνα και του Διονύσου, ήταν, κατά τον Πλάτωνα, η αρμονία και ο ρυθμός. Έμπνευση ηρώων και ημιθέων της ιστορίας και της μυθολογίας, δημιούργημα των θεών, ο χορός, η όρχηση, αιτιολογούσε την παρουσία του στη θρησκευτική και λατρευτική ζωή των αρχαίων προγόνων μας. Οι θεοί απεκάλυπταν σε λίγους εκλεκτούς την τέχνη αυτή, οι οποίοι με τη σειρά τους τη δίδασκαν στους συνανθρώπους τους.Δεν έπαυε, όμως, ο χορός ν’ αποτελεί την απόρροια της επιθυμίας των ανθρώπων να κινήσουν το σώμα τους και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, την ψυχική τους ευφορία, ακόμα και μετά από κατανάλωση αρκετής ποσότητας οίνου, σύμφωνα με ορισμένους αρχαίους συγγραφείς.
Ο χορός στην Αρχαία Ελλάδα ανήκε στο τρίπτυχο της «τέχνης των Μουσών» ή της «Μουσικής»: μουσική – ποίηση – χορός και αποτελούσε σπουδαίο παιδαγωγικό μέσο καλλιέργειας της ψυχής και όλων των ευγενών συναισθημάτων, καθώς και μέσο ανάδειξης της ωραιότητας του ανθρώπινου σώματος. Ήταν, όμως, και το κυριότερο μέσο στρατιωτικής προετοιμασίας για τη δημιουργία πολεμιστών, των οποίων οι κινήσεις πάνω στη μάχη θα έπρεπε να διακρίνονται από ακρίβεια, ρυθμό, τάξη και πειθαρχία, χαρακτηριστικά δηλαδή της χορευτικής αγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, άλλωστε, αυτής της εκπαιδευτικής σημασίας  του χορού είναι «το καρυατίζειν», ένα είδος όρχησης με καταγωγή τις Καρυές της Λακωνίας, το οποίο διδάχτηκαν οι Λακεδαιμόνιοι από τον Κάστορα και Πολυδεύκη, όπου οι κινήσεις και τα βήματα των πολεμιστών ρυθμίζονταν από τον ήχο του αυλού, ο οποίος έδινε το πρώτο σύνθημα για τη μάχη.

Η συνηθέστερη κατηγοριοποίηση των χορών στην αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ρούμπη, δημιουργεί το δίπολο των πολεμικών και των ειρηνικών χορών. Στους  ειρηνικούς χορούς, και δη τους θρησκευτικούς, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν για την ηρεμία και  τη σοβαρότητά τους, κατά την τέλεση των οποίων οι χορευτές έρχονταν σε ιερή έκσταση, πιστεύοντας ότι ταυτίζονται με το πνεύμα της λατρευόμενης θεότητας, ανήκε και ο «Γέρανος», όπου χορευόταν στη Δήλο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Βίος Θησέα), η δημιουργία και εκτέλεση αυτού του χορού απεδίδετο στον Θησέα, ο οποίος αφού σκότωσε τον Μινώταυρο με τη βοήθεια της Αριάδνης, έκανε ένα σταθμό στη Δήλο, γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα του.
Αφού έστησε ένα ομοίωμα της Αφροδίτης, που του το είχε δώσει η Αριάδνη, χόρεψε μαζί με
τους νέους και τις νέες, που είχε σώσει από τον Μινώταυρο, έναν χορό που περιελάμβανε κυματισμούς, αναδιπλώσεις, αναπτύξεις και ελικοειδείς στροφές, σε ανάμνηση των περιπετειών του στην Κρήτη. Οι σχηματισμοί αυτοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν μια μίμηση των πολύπλοκων στοών («των περιόδων και διεξόδων») του λαβύρινθου της Κνωσού και των κινήσεων του Θησέα μέσα σ’ αυτόν. Ο Πλούταρχος, επίσης, αναφέρει ότι ακόμα και στις μέρες του (1ος-2ος αιώνας μ.Χ.) οι κάτοικοι της Δήλου εξακολουθούσαν να χορεύουν τον Γέρανο. Το αγγείο του Φρανσουά μάλιστα, ένας αττικός κρατήρας του 570 π.Χ., παριστάνει την επιστροφή του Θησέα και τον χορό των 14 νέων και νεανίδων, που τοποθετημένοι εναλλάξ  και πιασμένοι απ’ τα χέρια, φορώντας εορταστικά ενδύματα, χόρευαν τον Γέρανο.
Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, ο χορός διασπάστηκε από το προαναφερόμενο τρίπτυχο, αποκτώντας περισσότερο ψυχαγωγικό χαρακτήρα, με κύρια χαρακτηριστικά την  «παντομίμα» και τους χορευτές - μίμους. Στα Βυζαντινά χρόνια πάλι, η εκκλησία κράτησε μια εχθρική στάση απέναντι στους ρωμαϊκούς χορούς, ενώ αντιπροσωπευτικοί χοροί της εποχής ήταν οι «κύκλιοι», όπως ο «συρτός», ο «Πυρρίχιος» (αρχαίος πολεμικός χορός), ο «Σάξιμος» και ο «Γέρανος». Για τον Γέρανο, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, αναφέρει ότι ίσως πήρε το όνομά του από τους σχηματισμούς των χορευτών, που έμοιαζαν με τους σχηματισμούς των γερανών  (πουλιών), όταν αντιμετώπιζαν ξαφνική καταιγίδα. Την ίδια ερμηνεία δίνει και ο παριανός συγγραφέας Εμμανουήλ Σαγκριώτης.
Στην Πάρο των Κυκλάδων μας, ένας χαρακτηριστικός χορός είναι ο «Αγέρανος», αναβίωση του παλαιότερου μεικτού χορού της αρχαιότητας, όπως αναφέρει η Κυριακή Ραγκούση – Κοντογιώργου. Κατά τις ανασκαφές του Δηλίου στην Πάρο, σύμφωνα με ανακοίνωση της αρχαιολόγου – μουσικολόγου, Ζώζης Παπαδοπούλου, βρέθηκε κεραμικό πλακίδιο της γεωμετρικής περιόδου, στο οποίο εικονίζονται άνδρες γυμνοί ορχούμενοι τον αγέρανο.
Με τον παριανό χορό ασχολήθηκαν αξιόλογοι περιηγητές, μελετητές, συγγραφείς, αρχαιολόγοι, μουσικολόγοι κ.λπ. Ο Choiseul Gouffier ονόμαζε τον παριανό χορό «Romeca», ενώ τον συνέδεε με τους αρχαίους χορούς. Όσον αφορά τον όρο «Romeca», η Αλεξάνδρα Βουτυρά, σε διάλεξή της με θέμα «Η απεικόνιση του χορού από τους Ευρωπαίους Περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα», υποστήριξε ότι τα «Ρωμαίϊκα» είναι παραλλαγές του συρτού και ονομάστηκε έτσι απ’ το εξής γεγονός: κάθε περιηγητής που ερχόταν στην Ελλάδα είχε μαζί του ένα Τούρκικο Φιρμάνι για να του επιτρέπουν την εύκολη μετακίνηση και έναν Δραγουμάνο διότι δεν ήξερε τη γλώσσα. Όταν ο περιηγητής ρωτούσε: «Τι χορεύουν εδώ;» είναι πιθανόν ότι θα απαντούσε ότι χορεύουν «Ρωμαίϊκα», χαρακτηρίζοντας την εθνικότητα του χορού και όχι το είδος του. Ο όρος, εξάλλου, δεν απαντάται σε Έλληνες συγγραφείς, κατά τον Άλκη Ράφτη. Κατά τον Γεώργιο Ρούμπη, τα «Ρωμαίϊκα» δεν είναι παραλλαγές του συρτού χορού, αλλά διαφορετικά είδη του, καθώς ο συρτός παρουσιάζει παραλλαγές σ’ όλη την Ελλάδα, αλλά πάνω απ’ όλα είναι μεικτός, σε αντίθεση με τις περιγραφές και τις απεικονίσεις ορισμένων περιηγητών για τον συγκεκριμένο χορό.
Ο Γάλλος περιηγητής του 18ου αιώνα, Pierre Augustin de Guys, έδωσε μια ακριβή  περιγραφή του χορού αυτού: «Η κορυφαία πιάνει ένα αγόρι από το χέρι απλώνοντάς του μαντήλι, κι ενώ το ζευγάρι κρατάει το μαντήλι από τις δύο άκρες, οι άλλοι χορευτές και χορεύτριες, ολόκληρη σειρά, περνούν και ξαναπερνούν ανάμεσά τους σκύβοντας κάτω απ’ το μαντήλι. Στην αρχή ο χορός κινείται αργά και γύρω – γύρω. Ύστερα η κορυφαία κάνοντας διάφορα τριγυρίσματα οδηγεί το χορό γύρω της. Η τέχνη της είναι να αποσπασθεί από τη σειρά και να ξαναφανεί ξαφνικά στην κορυφή του χορού με τους πολλούς ομόκεντρους γύρους ανεμίζοντας θριαμβευτικά το μαντήλι».
Ο Γερμανός J.H. Riedesel, γύρω στα 1768, σημειώνει ότι οι Παριανές θεωρούνται οι καλύτερες χορεύτριες του Αιγαίου, κυρίως στο «Ρωμαίικο» ελληνικό χορό, που είναι πολύ ευγενικός. Ο Φαίδων Κουκουλές, βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός, περιγράφει τον αγέρανο σαν είδος κυκλικού χορού, με πολλούς ελιγμούς. Κατά τον χορό αυτό, ψάλλεται ένα ειδικό άσμα, ο «αγέρανος», κατά τη διάρκεια του οποίου οι χορευτές, με αργό ρυθμό, κάνουν τρία βήματα προς τα δεξιά και ένα, έπειτα, προς τα αριστερά. Οι χορευτές περιφέρονται, ενώ ο καθένας στηρίζει τα χέρια του στον ώμο του συγχορευτή του και ίσως αυτό να είναι «το των αρχαίων ‘έκαστος υφ’ εκάστου’». Σημειώνει, επίσης, ο Φαίδων Κουκουλές ότι υπάρχει και διαφορετικός τρόπος «του χορεύειν» τον αγέρανο, κατά τη διάρκεια των Απόκρεων, ο οποίος δεν είναι τελείως κυκλικός, ενώ οι χορευτές κρατούν χιαστί τα χέρια τους. Ο χορός αυτός στην Ήπειρο ονομάζεται «γεράνι», στον Πόντο «αερανός», ενώ στην Σπάρτη και την Λάρισα «γέρανος».
Η Δώρα Στράτου αναφέρει τα εξής για τον αγέρανο της Πάρου: «ένα ζευγάρι στέκεται σε μια μεριά και γύρω του αρχίζουν να προστίθενται τα υπόλοιπα. Όταν κουλουριάσει, αρχίζει το ξεκουλούριασμα από το ζευγάρι που βρίσκεται απ’ έξω. Συνήθως τραγουδιέται και χορεύεται χωρίς μουσική υπόκρουση. Οι χορευτές πιάνονται από τους ώμους, τα βήματα πάνε αργά στο πρώτο μέρος της μουσικής, ενώ στο δεύτερο γίνονται πηδηχτά και ταχύτερα». Σ’ αυτό το σημείο παρατίθενται οι στίχοι του Αγέρανου της Πάρου, όπως καταγράφτηκαν σε εκτέλεση από όμιλο γυναικών, χωρίς μουσική υπόκρουση. Η κορυφαία του χορού ξεκινά να τραγουδά κάθε δίστιχο, ενώ ο υπόλοιπος όμιλος των γυναικών επαναλαμβάνει μετά από αυτήν τα ίδια λόγια. Το ρεφραίν έχει γρηγορότερο ρυθμό και επαναλαμβάνεται 2 φορές.

Άρχισε γλώσσα μου άρχισε
τραγούδια ν’ αραδιάζεις
και την καλή παρέα μας
να την διασκεδάζεις.
Τούτη η γη που την πατούμε
όλοι μέσα θε να μπούμε.
Και το αηδόνι που λαλεί
στην πέρα πρασινάδα
και λέει τα τραγούδια του
με τόση νοστιμάδα.
Να’ μουνα στην γης βελόνι
να πατάς να σ’ αγκυλώνει.
Αυτό το αχ δεν το’ ξερα
πότες να το φωνάξω
και τώρα δεν περνά στιγμή
να μην αναστενάξω.
Άχου βάχου μέρα νύχτα
μ’ έφαγε ο καημός και η πίκρα.
Παναγιά μου από την Πάρο
κείνον που αγαπώ θα πάρω.
Παναγιά μου από την Τήνο
μήνυσέ μου τι θα γίνω.

Αυτά τα ολίγα για τον Αγέρανο της Πάρου και τις απαρχές του στον αρχαίο θρησκευτικό χορό, Γέρανο, εμπνευσμένο από τον ήρωα Θησέα. Για ακόμη μια φορά συνειδητοποιούμε τον μαγικό αυτό δεσμό που ενώνει το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με την γνήσια και ατόφια νεοελληνική ψυχή και τις εκφάνσεις της. Και όλα αυτά περνοδιαβαίνουν μέσα στο χωρόχρονο: αρχαία Ελλάδα στους γεωμετρικούς, αρχαϊκούς, κλασικούς και ελληνιστικούς της χρόνους, Βυζάντιο, Νεώτερη Ελλάδα…

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΟΙ ΝΑΞΙΟΙ» τεύχος 14

πηγή
πηγή εικόνας

http://ellinwnparadosi.blogspot.com/2011/01/blog-post_7539.html

1 σχόλιο:

  1. http://xoroballomata.wordpress.com/2009/05/11/%ce%bf-%cf%83%cf%85%cf%81%cf%84%cf%8c%cf%82-%cf%87%ce%bf%cf%81%cf%8c%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bd%ce%ac%ce%be%ce%bf-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%ba%ce%ae/

    ΑπάντησηΔιαγραφή